ΟΙ ΚΑΛΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ

 

Ο ντροπαλός Γιάννης

Ο Γιάννης ήταν 16 χρονών και φοιτούσε στην Πρώτη Λυκείου.

Ήδη από το Δημοτικό σχολείο, ο Γιάννης ήταν συναισθηματικός και ευαίσθητος στην κριτική των άλλων. Ήταν ήσυχο παιδί στην τάξη, άριστος μαθητής, είχε αρκετούς φίλους και έναν «κολλητό», τον Διονύση.

Μοναχοπαίδι μιας ευκατάστατης οικογένειας, ο πατέρας του, μηχανολόγος, ήταν στέλεχος σε μια μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία και ο Γιάννης τον θαύμαζε, ενώ η μητέρα του ήταν καθηγήτρια μαθηματικών.

Όταν πρωτοπήγε στο σχολείο, ο πατέρας του βροντοφώναξε:

-      Γιάννη, θέλω να γίνεις ο καλύτερος μαθητής, ο πρώτος, θέλω να είμαι υπερήφανος για σένα!

Ο Γιάννης επιθυμούσε να ικανοποιήσει τον πατέρα του, τον πατέρα που θαύμαζε, γι’ αυτό και μελετούσε συστηματικά. Αν και τέλειωσε το Δημοτικό με Άριστα, συχνά η δασκάλα του, τόνιζε στους γονείς του, ότι ο Γιάννης πρέπει να ξεθαρρέψει.

-      Δεν έχει ανάγκη να φοβάται, όταν σηκώνεται για να πει το μάθημα! Αφού είναι άριστος στα γραπτά, γιατί να ντρέπεται και να κοκκινίζει μπροστά στα άλλα παιδιά; Να το προσέξετε το παιδί, φοβάται πολύ τις αντιδράσεις των άλλων, η δασκάλα συμβούλευε συστηματικά τους γονείς του, μέχρις ότου, ο Γιάννης πέρασε στο Γυμνάσιο.

Όταν πρωτοπήγε στο Γυμνάσιο, τα μαθήματα δυσκόλεψαν. Ο Γιάννης απομονώθηκε στο δωμάτιό του και διάβαζε με τις ώρες, για να είναι ο πρώτος μαθητής.

Μια ημέρα, ο καθηγητής της Ιστορίας, τους έβαλε ένα γραπτό τεστ. Ο Γιάννης έγραψε Άριστα. Όταν, όμως, του ζητήθηκε να σχολιάσει τα θέματα, εκείνος κοκκίνισε, άρχισε να ιδρώνει και με πολύ δισταγμό έκανε δυο φτωχά σχόλια, γιατί πίστευε, ότι θα πει βλακείες, ότι η φωνή του θα τρέμει, ότι θα ντροπιαστεί μπροστά στους συμμαθητές του!

Νομίζοντας, ότι είχε αντιγράψει, ο καθηγητής τον ρώτησε αυστηρά:

-      Δεν πιστεύω να αντέγραψες;

Τότε, ο Γιάννης, λουσμένος στον ιδρώτα και τρέμοντας, κατακόκκινος, ψέλλισε μετά βίας:

-      Όχι, όχι, κύριε καθηγητά! Έχω διαβάσει!

Τότε, όλη η τάξη, άρχισε να γελάει και να τον κοροϊδεύει!

-      Α! Πονηρούλη, φώναξε κάποιος από το τελευταίο θρανίο! Αντιγραφή!

-      Αντιγραφή, άρχισαν να φωνάζουν όλοι στην τάξη!

Ο Γιάννης κόντευε να λιποθυμήσει, ευχόταν να χτυπήσει το κουδούνι για διάλειμμα.

Ο καθηγητής επέβαλλε την τάξη με μια φωνή και γυρνώντας προς τον Γιάννη, που είχε γίνει ράκος, του είπε ήπια:

-      Εγώ, δέχομαι, ότι δεν αντέγραψες, γι’ αυτό και θα σου βάλω Άριστα, σύμφωνα με τα γραπτά σου. Αλλά, βρε παιδάκι μου, βρες και συ το θάρρος, να λες στην τάξη, ότι γράφεις!

Το κουδούνι χτύπησε, βγήκαν διάλειμμα.

Ο Γιάννης έτρεξε στην τουαλέτα (συμπεριφορά αποφυγής), για να αποφύγει τους συμμαθητές του, που τον κοίταζαν κοροϊδευτικά ή με απορία! Ο μοναδικός φίλος του, ο κολλητός του, ο Διονύσης, έτρεξε να τον συναντήσει!

-      Τι έπαθες βρε Γιάννη; ρώτησε με ανησυχία. Γιατί κόμπλαρες; Εσύ είσαι άριστος!

-      Τίποτα, ρε Διονύση, είπε καταρρακωμένος ο Γιάννης, απλά σήμερα είμαι λίγο αδιάθετος. Πάμε τώρα!

Από εκείνη την ημέρα, ο Γιάννης κλείστηκε περισσότερο στον εαυτό του. Σκεπτόταν συνεχώς, ότι τώρα ο μπαμπάς δεν θα είναι υπερήφανος για μένα πια!

Απόφυγε να του το πει, αλλά του ζήτησε να κάνει Φροντιστήριο, ιδιαίτερο, «γιατί τα μαθήματα δυσκόλευαν». Ο πατέρας του συμφώνησε.

Ο Γιάννης επικοινωνούσε άνετα με τον καθηγητή του στο ιδιαίτερο. Του έλεγε το μάθημα, καθώς και τις απορίες του, χωρίς κανέναν δισταγμό.

Στην τάξη όμως, κόμπλαρε! Αναγκαστικά, η βαθμολογία του έπεσε. Ο Γιάννης ένοιωθε πραγματική ταπείνωση!

Ήδη, στην Τρίτη Γυμνασίου, στα 16 του χρόνια, ο Γιάννης απόφευγε συστηματικά να βγαίνει με παρέες, ντρεπόταν, όχι μόνο τους συμμαθητές του, αλλά και τους αγνώστους, όλους όσους θα  συναντούσε στην καφετέρια, στο σινεμά, στο μπόουλινγκ και σε άλλες ομαδικές και κοινωνικές συγκεντρώσεις.

Σκεπτόταν, «φαίνομαι απαίσιος, ιδρώνω και μυρίζω, όταν μιλάω, τρέμω, είμαι άσχημος, τι θα σκεφτούν οι άλλοι για μένα; Τι να τους πω; Θα με αποδεχτούν ή θα με κοροϊδέψουν, όπως στο σχολείο;».

Έτσι, στην Πρώτη Λυκείου, ο Γιάννης έκανε παρέα μόνο με τον Διονύση, τον «κολλητό» του, συνήθως στο σπίτι του. Έξω από το σπίτι ήταν μελαγχολικός και βάδιζε με σκυφτό το κεφάλι και μόνο, όταν είχε λίγο χρόνο, έβρισκε ανακούφιση μέσα στο δωμάτιό του, καθηλωμένος στον υπολογιστή, στα ηλεκτρονικά παιχνίδια του. Εκεί είχε πολλούς φίλους, αλλά φανταστικούς!

Στην Πρώτη Λυκείου, η βαθμολογία του έπεσε κάτω του μετρίου, ευτυχώς, τον έσωζαν τα γραπτά! Έγραφε πάντα Άριστα!

Στην Πρώτη Λυκείου, η βαθμολογία του έπεσε κάτω του μετρίου, ευτυχώς, τον έσωζαν τα γραπτά! Έγραφε πάντα Άριστα!

Μπροστά στο αδιέξοδο της κοινωνικής του φοβίας, ο Γιάννης ζήτησε από τους γονείς του να τον βοηθήσουν. Εκείνοι έδειξαν απόλυτη κατανόηση, συνειδητοποίησαν το ψυχολογικό πρόβλημα του παιδιού τους και αναζήτησαν την ψυχιατρική συμβουλή ενός Ειδικού Ψυχιάτρου εφήβων.

Έτυχε αυτή η Ψυχίατρος να είμαι εγώ, εγώ που του συνέστησα να συνεργαστούμε με τον φιλόλογο-καθηγητή του, τον κύριο Δημήτρη, τον άνθρωπο που τον καταλάβαινε και ήταν τόσο επιεικής μαζί του. Σε συνεργασία με τον καθηγητή καταφέραμε ο Γιάννης να συνεργαστεί με πρόσχημα μια ομαδική εργασία, για την Ναυμαχία της Σαλαμίνας, να συνεργαστεί με τον καθηγητή, έναν πραγματικό δάσκαλο, και με μερικούς συμμαθητές του, καλούς μαθητές, εφήβους που αγαπούσαν την γνώση, την μόρφωση και δεν φοβόντουσαν να εκτεθούν, ούτε στην γνώμη του καθηγητή, ούτε στις αντιδράσεις των συμμαθητών τους.

Σταδιακά ο Γιάννης, περιβαλλόμενος από ένα φιλικό και ενθαρρυντικό περιβάλλον, άρχισε να νοιώθει σίγουρος και περήφανος για τον εαυτό του, καθότι το τμήμα της εργασίας που είχε αναλάβει ήταν άψογο!

Σταδιακά, ο Γιάννης και η ομάδα της εργασίας με την υποστήριξη ενός αληθινού δασκάλου, του κυρίου Δημήτρη, κατόρθωσε, με πρωταγωνιστή τον Γιάννη, να εκθέσει την εργασία της ομάδας σε όλη την τάξη, και έτσι να ξεχωρίσει ποιοι τον συμπαθούσαν και ποιοι όχι, ώστε να πάψει να φοβάται και να είναι υπερήφανος για τον εαυτό του.

Μετά την εκφώνηση της εργασίας περί της «Ναυμαχίας της Σαλαμίνας», μπροστά σε ολόκληρη την τάξη, με εκπρόσωπο της ομάδας τον Γιάννη, όλα άλλαξαν. Οι συμμαθητές του τον αποδέχθηκαν, εκείνος άρχισε σταδιακά να μην φοβάται πλέον να εκτίθεται στην γνώμη τους!

Σήμερα ο Γιάννης, είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος και ορίζει την αξία του σύμφωνα με τα επιτεύγματά του!

 Όσο για μένα, ευχαριστώ την οικογένειά του, που έδειξε τόση κατανόηση και ξεπέρασε προκαταλήψεις και ταμπού σχετικά με τον Ψυχίατρο, όσο και τον καθηγητή του, τον κύριο Δημήτρη, που υπήρξε πολύτιμος συνεργάτης στην ψυχοθεραπευτική μου προσπάθεια!

ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΞΕΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ!

ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΨΥΧΙΑΤΡΟ ΜΑΣ!