Η γλυκιά Άννα

        Το όνομα της ήταν Ανδριάνα, όμως όλοι την φώναζαν Άννα. Το όνομα Άννα, ήταν πιο θηλυκό, πιο εύκολο όνομα και κυρίως ταίριαζε με την εμφάνισή της.

        Η Άννα λοιπόν, με 23 καλοκαίρια να αναπαύονται στην νιότη της, ήταν ψηλή, γεροδεμένη, με περήφανη κορμοστασιά, ανοιχτές πλάτες και πλούσιο μπούστο. Η γιαγιά της, συχνά της φώναζε με περηφάνια: Καλώστηνα την πέρδικα, που περπατάει λεβέντικα!

        Το πρόσωπό της πλαισίωναν οι μακριές καστανόξανθες μπούκλες της, ενώ στο πορσελάνινο δέρμα της διαγράφονταν έντονα τα φρύδια, που στεφάνωναν τα αμυγδαλωτά καστανά μάτια της. Η μύτη της κομψή, σχεδόν αρχαϊκή. Στο πρόσωπό της κυριαρχούσαν το ψηλό μέτωπο και τα ροζ μάγουλά της, που συχνά πλαισίωναν το γλυκό της χαμόγελο, ένα χαμόγελο που πήγαζε από ένα στόμα με καλογραμμένα χείλη σε ένα πρόσωπο που κατέληγε σε ένα χαριτωμένο λεπτό τριγωνικό πηγουνάκι.

        Ο ψηλόλιγνος λαιμός και τα λεπτά, ψηλά πόδια της συμπλήρωναν την αρχαιοελληνική παρουσία της.

        Η Άννα, μόλις είχε τελειώσει το Τ.Ε.Ι. Τουριστικών Επαγγελμάτων. Είχε σκοπό να ασχοληθεί με την Ζαχαροπλαστική, αν και η Μαγειρική δεν την άφηνε αδιάφορη.

        Ζούσε με τους γονείς της και τον μικρότερο αδερφό της, σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Ο πατέρας της είχε βουλκανιζατέρ και η μητέρα της, μοδίστρα στα νιάτα της, τώρα ασχολιόταν με επιδιορθώσεις ρούχων σε ένα μαγαζάκι στη γειτονιά τους, στους Αμπελόκηπους. Ο αδερφός της σε έναν χρόνο θα τελείωνε το Λύκειο.

        Πριν καν πάρει και επίσημα το πτυχίο της, η Άννα έφτιαξε το βιογραφικό της και όρμησε στην αρένα που λέγεται αγορά εργασίας. Δυο φορές την εβδομάδα αγόραζε εφημερίδες αγγελιών και αγκαλιά με αυτές έτρεχε σε φούρνους, ζαχαροπλαστεία, καφετέριες, εστιατόρια, μέχρι και σε σουβλατζίδικα και σαντουϊτσάδικα είχε φτάσει.

        Παντού, μόλις ζητούσε δουλειά, τα πρόσωπα γίνονταν σκληρά, τα βλέμματα αδιάφορα ή και άγρια. Έριχναν μια σύντομη ματιά στο βιογραφικό της και μετά:

-      Α! Δεν έχεις προϋπηρεσία!

-      Μα τέσσερα καλοκαίρια η σχολή με έστελνε στα νησιά και δούλευα σε ξενοδοχεία, στην κουζίνα, απαντούσε καλοπροαίρετα.

-      Φαντάζομαι στη λάντζα έχεις προϋπηρεσία, κορίτσι μου, συμπλήρωνε ειρωνικά μια επιθετική συνήθως βαριά αντρική φωνή.

-      Α, όχι, όχι μόνο …, αντέτεινε η Άννα!

-      Κορίτσι μου, δεν μου κάνεις!

Της πέταγαν το βιογραφικό, σχεδόν στα μούτρα, γύριζαν την πλάτη τους και συνέχιζαν την δουλειά τους αδιάφορα. Ούτε ένα καλημέρα, ούτε χαίρεται…., τίποτε!

Πόσες πλάτες, πόσες πόρτες έφαγε η Άννα, ούτε και εκείνη θυμάται. Πικραμένη, απογοητευμένη και θυμωμένη, έφευγε από το κάθε μαγαζί λέγοντας μέσα της: Κάποια στιγμή, θα με παρακαλάς γαϊδούρι! Και μια μέρα, σ’ έναν χυδαίο φούρναρη, «κύριο Γιάννη» τον αποκαλούσαν οι υπάλληλοί του, του είπε φωναχτά:

- Αλήτη, θα έρθει μια μέρα που θα με παρακαλάς!

Η Άννα συνέχιζε το ψάξιμο για δουλειά, πεισματικά, όλη την ημέρα. Κάθε βράδυ γύριζε στο σπίτι της κατάκοπη. Το πρωί όμως ξεκινούσε στην αναζήτηση μιας δουλειάς με πιο πολύ πείσμα. Έλεγε και ξανάλεγε μέσα της, για να δώσει κουράγιο στον εαυτό της: Άννα, μην το βάλεις κάτω! Τι θα έχεις να λες αύριο στα παιδιά σου, στον εαυτό σου;

 Μετά από τόση ταλαιπώρια, έμαθες, ότι η ζωή είναι ένα ροντέο. Έ, λοιπόν, αφού είναι η ζωή ροντέο, και εσύ, πρέπει να την καβαλήσεις και να την εξημερώσεις σαν άγριο άλογο και να την φέρεις στα μέτρα σου, έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της η Άννα.

Εγώ, θα φτιάξω τη ζωή μου, όπως εγώ την έχω ονειρευτεί, αυτά έλεγε στον εαυτό της η Άννα, παίρνοντας κουράγιο από μέσα της για να ορμήσει στην αρένα του επαγγέλματος.

Όλη την ημέρα, έτρεχε, περνούσε συνεντεύξεις, χτύπαγε πόρτες, «πόρτες που τις έτρωγε στη μάπα»! Το βράδυ, οι γονείς της την έβλεπαν κουρασμένη, αλλά το χαμόγελό της τους καθησύχαζε.

-      Μην ανησυχείτε, εγώ, θα βρω αυτό που θέλω!

Πέρασαν τρεις μήνες και η Άννα είχε οργώσει όλη την Αθήνα σχεδόν. Τίποτε!

-      Όχι, κορίτσι μου, δεν χρειαζόμαστε υπάλληλο! Και πάλι μια πλάτη έκλεινε την αυλαία της «υπέροχης σύντομης συνέντευξης». Βιογραφικό, φυσικά, δεν κρατούσε πλέον, ήταν περιττό.

Η Άννα όμως, δεν άφηνε ούτε την κούραση, ούτε τον φόβο, ούτε την απογοήτευση να την αναχαιτίσουν. Συχνά, μονολογούσε με χιούμορ: Ζούμε σε μια καταπληκτική κοινωνία! Ο ένας είναι αγενής, ο άλλος αδιάφορος, ο τρίτος το παίζει γκόμενος, ο έτσι είναι χυδαίος, ο αλλιώς είναι ο προϊστάμενος κάτω από τον Θεό! Τι βλάκες, Θεέ μου!

Μόλις μπαίνω στο μαγαζί, αρχικά όλοι μου χαμογελούν, γιατί νομίζουν πως είμαι πελάτισσα. Μόλις τολμήσω να τους ζητήσω δουλειά, τα χαμόγελα σβήνουν και τα βλέμματα γίνονται σπαθιά!

Ζω ιστορικές στιγμές, κερδίζω, μαθαίνω την κοινωνία!…, συχνά μονολογούσε η Άννα. Αλλά, εμένα με λένε Ανδριάνα! Κάποτε, θα με παρακαλάνε για την συνεργασία μου, το υπόσχομαι στον εαυτό μου!

Ένα πρωινό, ξύπνησε νωρίς-νωρίς, γύρω στα χαράματα, και με πείσμα είπε στον εαυτό της: Άννα, όρμα και ανοιχτά κολύμπα! Τα έχεις όλα! Έχεις την υγεία σου, τα νιάτα σου και το πείσμα σου, δεν χρειάζεσαι τίποτε άλλο!

Είχε ήδη σταμπάρει ένα μεγάλο φούρνο-ζαχαροπλαστείο στην γειτονιά της. Αγγελία δεν είχε, αλλά η Άννα «δεν μάσησε»:

-      Θα μπουκάρω και θα ζητήσω τον προϊστάμενο, είπε στον εαυτό της.

Πράγματι, έτσι έκανε.

Μπροστά στην αυτοπεποίθηση και την σιγουριά της, αυτός, δίστασε στιγμιαία. Μετά, με «τουπέ» και περιφρόνηση της είπε:

-      Νομίζω, ότι χρειαζόμαστε άτομο για την λάντζα. Και γυρνώντας προς την κυρία, που καθόταν στο ταμείο, φώναξε: Κυρία Τασία, θέλουμε κάποιον στην λάντζα;

-      Μανώλη μου, εσύ κανονίζεις, απάντησε εκείνη.

-      Ωραία, άμα θες κορίτσι μου, έλα λαντζιέρα, να δουλέψεις μαζί μας. Θα δουλεύεις 12ωρο, από τις 6 το πρωί μέχρι και τις 6 το απόγευμα και θα παίρνεις 400 ευρώ τον μήνα συν το Ι.Κ.Α. σου. Είσαι; Την ρώτησε χαμογελώντας ειρωνικά.

-      Είμαι, απάντησε με άνεση η Άννα! Δώστε μου μια ποδιά και ένα ζευγάρι γάντια. Που είναι η κουζίνα, κύριε Μανώλη;

Το χαμόγελο και η μαγκιά εγκατέλειψαν πάραυτα τον κύριο Μανώλη. Με έκπληξη την ρώτησε:

-      Αρχίζεις από σήμερα;

-      Φυσικά, κύριε Μανώλη, δεν σκέφτηκα να ‘ρθω από εχθές!

Η Άννα πέρασε πίσω από τον πάγκο και σχεδόν σπρώχνοντας τον υπεύθυνο, μπήκαν στο εργαστήριο, όπου εκείνος αμήχανος και άφωνος της έδωσε ότι ζήτησε και της έδειξε τα κατατόπια στο χώρο. Οι υπόλοιποι τρεις εργαζόμενοι παρακολουθούσαν την Άννα έκπληκτοι!

-      Κορίτσι μου, θα κάνουμε ένα δοκιμαστικό για ένα μήνα. Αν μας κάνεις, θα σε κρατήσουμε. Σήμερα, θα δουλέψεις 6ωρο, είναι 12 η ώρα.

-      Σύμφωνοι, κύριε Μανώλη, θα δουλέψω μαζί σας για έναν μήνα.

Η Άννα ανασκουμπώθηκε, έβαλε ποδιά, γάντια και σκούφο, άρχισε να πλένει και μέσα της μονολογούσε: … Τώρα, Μανώλη μου, θα δεις πως με λένε εμένα!

Μέχρι τις 4 το απόγευμα, είχε καθαρίσει ταψιά, δίσκους, κατσαρόλες, πάγκους και νεροχύτες. Όλα έλαμπαν! Φώναξε τον κύριο Μανώλη.

-      Κύριε Μανώλη, έχω τελειώσει την λάντζα, μπορώ να βοηθήσω κάπου αλλού;

-      Φυσικά, κορίτσι μου, φώναξε η κυρία Τασία από το ταμείο. Βγάλε την ποδιά και τα γάντια και έλα έξω να πουλήσεις γλυκά!

Πρόθυμη η Άννα, βγήκε από το εργαστήριο στο μαγαζί και άρχισε να εξυπηρετεί τους πελάτες. Το μαγαζί είχε πολύ δουλειά. Η αυτοπεποίθηση και το χαμόγελό της, τραβούσαν όλους τους πελάτες κοντά της. Νόμιζαν, ότι η Άννα ήταν η πιο έμπειρη πωλήτρια!

-      Παρακαλώ, έλεγε χαμογελώντας, τι θα θέλατε; Μιλούσε και έλαμπε όλο το μαγαζί.

Ένας μεσήλικας πελάτης φώναξε:

-      Μπράβο, κυρία Τασία, τέτοιες κούκλες να μας φέρνεις, να μας γλυκαίνουν την ζωή! Και γελαστός, ψώνισε αρκετά πράγματα εκείνο το βράδυ. Η Τασία εντυπωσιάστηκε.

Η Άννα έμεινε στο πόστο της μέχρι τις 10 το βράδυ και πουλούσε αδιάκοπα. Η Τασία, η αφεντικίνα, τα είχε χαμένα! Λίγο πριν κλείσουν, η Άννα καθάρισε δυο ταψιά που είχαν απομείνει στην κουζίνα και ετοιμάστηκε να φύγει.

Τότε η Τασία την πλησίασε και με συμπάθεια άρχισε να την ρωτά:

-      Πως σε λένε, κορίτσι μου;

-      Με λένε Ανδριάνα Παπαδοπούλου, αλλά, γελαστά, συμπλήρωσε, όλοι με φωνάζουν Άννα!

-      Πόσο χρονών είσαι, μένεις εδώ κοντά, Άννα μου;

-      Είμαι 23 χρονών και μένω δυο τετράγωνα παρακάτω.

-      Έχεις σπουδάσει κάτι;

-      Φυσικά, έχω τελειώσει το Τ.Ε.Ι. Τουριστικών Επαγγελμάτων.

Έκπληκτη η Τασία, η αφεντικίνα, της πρότεινε:

-      Εάν δουλεύεις από τις 8 το πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ που κλείνουμε, στα πόστα και με τους ρυθμούς που δούλεψες σήμερα, θα σου κάνω από αύριο, μόνιμη πρόσληψη σαν πωλήτρια με 600 ευρώ τον μήνα, ή 150 ευρώ την εβδομάδα συν το Ι.Κ.Α. σου. Τι λες, δέχεσαι;

-      Σας ευχαριστώ, κυρία Τασία, θα δουλεύω από τις 8 το πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ και θα προτιμούσα να πληρώνομαι εβδομαδιαίως. Σας ευχαριστώ πολύ!

Έκπληκτη η Τασία, την ρώτησε:

-      Μα, γιατί με ευχαριστείς, Άννα μου;

-      Σας ευχαριστώ, κυρία Τασία, διότι είστε ο πρώτος άνθρωπος που συναντώ και που αναγνωρίζει τον κόπο του άλλου. Δεν είναι τυχαίο, ότι φτιάξατε τόσο ωραίο μαγαζί, της απάντησε με σεβασμό χαμογελαστά η Άννα.

Η αφεντικίνα χαμογέλασε με ικανοποίηση και την κοίταξε με νόημα σαν να της έλεγε: …Εμείς οι δυο, θα τα πάμε πολύ καλά!

Εκείνο το βράδυ, η Άννα επέστρεψε στο σπίτι της, κατάκοπη αλλά πανευτυχής. Είχε κερδίσει την πρώτη μάχη της ζωής της!

Μέσα σε έναν μήνα, η Άννα κατόρθωσε να κουμαντάρει όλο το μαγαζί, την κουζίνα και το εργαστήριο Ζαχαροπλαστικής. Οι πωλήσεις του Ζαχαροπλαστείου υπερδιπλασιάστηκαν! Όλοι οι πελάτες την γνώριζαν και μόλις έμπαιναν μέσα, σε εκείνην απευθύνονταν αμέσως.

-      Άννα, μου δίνεις…

-      Αννούλα μου καλημέρα, θέλω…

-      Άννα, εκείνα τα τυροπιτάκια είναι έτοιμα;

Από το εργαστήριο:

-      Άννα, βοήθα με λίγο στην κρέμα…

Από την κουζίνα:

-       Άννα, ο νεροχύτης γέμισε…

Η κυρία Τασία:

-      Άννα, πάρε μια παραγγελία για ένα γενέθλιο κέτερινγκ από την κυρία…

-      Αννούλα μου, τι κάνεις; Δώσε μου μια φρατζόλα και ένα καρβελάκι πολύσπορο….

Η Άννα είχε μάθει όλους τους πελάτες με το όνομά τους. Σε όλους χαμογελούσε και ταχύτατα τους εξυπηρετούσε. Είχε κατορθώσει να την συμπαθήσουν μέχρι και τα παιδιά τους!

Η αφεντικίνα της ήταν πανευτυχής! Οι τζίροι του μαγαζιού είχαν εκτοξευθεί! Η Άννα έτρεχε 14 ώρες το 24ωρο με το χαμόγελο στα χείλη.

Ένα μεσημεράκι, μετά από τρεις μήνες, η Άννα, έφτιαξε στο εργαστήριο με δικά της υλικά, μια πρωτότυπη τούρτα, προορίζοντάς την για την αφεντικίνα.

Η τούρτα, έμοιαζε σαν ζωγραφιά, σαν ψεύτικη! Παρίστανε μια πολύχρωμη πεταλούδα, που αναπαυόταν στα πέταλα ενός ροζ λουλουδιού.

-      Κυρία Τασία, ελάτε να δείτε, της φώναξε, φέρνοντας τη τούρτα, από το εργαστήριο στο μαγαζί, δίπλα στο ταμείο, ενώ το προσωπικό του εργαστηρίου την χειροκροτούσε:

-      Μπράβο, μπράβο Αννιώ, να μας τα μάθεις και μας αυτά τα κόλπα τα μοντέρνα, φώναζαν όλοι!

Έκπληκτη η αφεντικίνα, βλέποντας την τούρτα, την ρώτησε:

-      Τι είναι αυτό, Αννούλα μου;

-      Αυτό κυρία Τασία, είναι τούρτα καλυμμένη με το σχέδιο που βλέπετε, σχέδιο που το έχω κατασκευάσει εγώ με ένα πολύχρωμο μοντέρνο υλικό, την αμυγδαλόπαστα, υλικό που έχει βάση το αμύγδαλο και φυσικές χρωστικές. Δουλεύεται σαν πλαστελίνη και αφού διαμορφώσουμε το σχέδιο που επιθυμούμε, την βάζουμε στο ψυγείο, για να διατηρήσει την φόρμα της. Είναι εγκεκριμένο από το κράτος και απόλυτα ασφαλές και υγιεινό, το έμαθα στην σχολή μου, είπε με περηφάνια η Άννα, κρατώντας την πλουμιστή τούρτα στα χέρια της.

-      Παιδί μου, αυτό είναι αριστούργημα! είπε εντυπωσιασμένη η Τασία, μπορώ να δοκιμάσω;

-      Φυσικά, κυρία Τασία, για σας την προόριζα. Είναι ολόφρεσκη, την έπλασα με τα χεράκια μου.

Πριν προλάβει να δοκιμάσει η Τασία, ένας καλός, γνωστός πελάτης μπήκε στο μαγαζί. Χαμογελαστός, με βροντερή φωνή, της φώναξε, καθώς την είδε με την τούρτα στα χέρια:

-      Γεια σου, ρε Άννα, με τα ωραία σου!  Είσαι η γλυκιά μας Άννα!

Πόσο κάνει κυρία Τασία η τούρτα; Θα την αγοράσω! Απόψε έχει γενέθλια ο εγγονός μου, θα του κάνω έκπληξη!

Άναυδη η Τασία, είπε μια τιμή, όσο οι άλλες τούρτες, την ζύγισε, την έβαλε στο κουτί και την πούλησε.

-      Τέτοια να μας φτιάχνεις, Τασία μου, να μας γλυκαίνεις τη ζωή, είπε φεύγοντας χαρούμενος ο πελάτης.

Και η Άννα συμπλήρωσε:

-      Να σας ζήσει ο εγγονός, κύριε, καλότυχος και πολύχρονος να είναι!

Τότε, όλοι χειροκρότησαν. Η Άννα είχε κερδίσει μια ακόμα μάχη!

Οι τούρτες με διακόσμηση από αμυγδαλόπαστα έκαναν θραύση σε όλη την Αθήνα! Η Άννα έφτιαξε και μικρά ατομικά κεκάκια  και μπισκοτάκια σε σχήμα πασχαλίτσας, πεταλούδας, μαργαρίτας, μπουκέτου, βατραχάκου, λιμνούλας και καλύπτοντάς τα με την πολύχρωμη αμυγδαλόπαστα, έμοιαζαν σαν αληθινά!

 Το μαγαζί είχε γεμίσει χρώμα και οι παραγγελίες για γάμους, γενέθλια, βαφτίσια και γιορτές είχαν τριπλασιαστεί!

 Η Άννα έκανε και άλλες παρεμβάσεις στο εργαστήριο της ζαχαροπλαστικής και η ποιότητα και η ποικιλία των γλυκών έγινε αξεπέραστη, εξαιρετικά πρωτότυπη, σχεδόν μοναδική σε όλη την Αθήνα.

 Η Άννα είχε φαντασία και μοναδική τέχνη στα χέρια της!

Μάλιστα, πρότεινε στην κυρία Τασία, να δημιουργήσουν και e-shop στο internet, έτσι ώστε να διαφημίσουν τις γλυκές της δημιουργίες σε όλο τον κόσμο!

Έναν χρόνο μετά την πρόσληψη της, η Άννα έγινε υπεύθυνη στο εργαστήριο της ζαχαροπλαστικής και ουσιαστικά υπεύθυνη όλου του καταστήματος. Ο μισθός της ξεπέρασε τα 2.000 ευρώ τον μήνα, πέρα από τα μπόνους που έπαιρνε, όταν έκλεινε πάνω από 100 τούρτες γενεθλίων-γάμων τον μήνα. Οι 100 τούρτες για την Άννα, ήταν ζήτημα ημερών!

Την παράδοση των γλυκών στα γενέθλια, στους γάμους, στα βαφτίσια, σε γιορτές και σε χαρές, κατ’ εντολή της Τασίας, την είχε αναλάβει αποκλειστικά η γλυκιά Άννα, που με την ολόλευκη ποδιά της και τον κατάλευκο σκούφο του ζαχαροπλάστη, με την βοήθεια του οδηγού και με σύμμαχο το ακαταμάχητο χαμόγελο της, που κέρδιζε και τον πιο δύστροπο πελάτη, παρέδιδε η ίδια προσωπικά με ευχές και ευχαριστίες εκ μέρους του καταστήματος στους πανευτυχείς και τυχερούς πελάτες της!

Μια ημέρα, ένας κύριος μπήκε στο μαγαζί και κατευθύνθηκε προς την Τασία.

-      Τασία μου, καλημέρα.

-      Α, καλημέρα Γιάννη μου, τι νέα;

-      Ας τα λέμε καλά. Τασία, αυτές τις τούρτες τις πολύχρωμες, πως τις φτιάχνεις; Τις παίρνεις από κάπου; Ξέρεις κάποιον να μου συστήσεις να τις αγοράζω και εγώ, ή τελοσπάντων, να τις αγοράζω από εσένα σε τιμές χονδρικής!

-      Γιάννη μου, εγώ τις φτιάχνω στο εργαστήριό μου. Αννούλα, για έλα μια στιγμή έξω!

Με την ποδιά του εργαστηρίου και τον κατάλευκο σκούφο του σεφ, η Άννα χαμογελαστή ξεπρόβαλλε από την πόρτα και πλησίασε την Τασία.

Αμέσως, αναγνώρισε τον ζαχαροπλάστη, που πριν ενάμιση χρόνο, της πέταξε το βιογραφικό στα μούτρα, την έδιωξε, γυρνώντας της την πλάτη! Τότε θυμήθηκε αυτό που είχε υποσχεθεί στον εαυτό της: κάποτε θα με παρακαλάς, αλήτη!

-      Από εδώ, η κυρία Άννα, είπε η Τασία, η κυρία Άννα, είναι η προϊσταμένη του εργαστηρίου μας. Η Αννούλα μας, Γιάννη μου, έχει την τέχνη και την φαντασία και αυτή κατασκευάζει τις υπέροχες, πολύχρωμες δημιουργίες που μου ζητάς. Η Αννούλα, είναι η ψυχή του μαγαζιού μου. Με εκείνην θα συνεννοηθείς τα πάντα, ότι χρειάζεσαι και μετά εμείς θα τα βρούμε στις τιμές.

Ο ζαχαροπλάστης δεν αναγνώρισε την Άννα, αλλά και εκείνη έκανε πως δεν τον γνώριζε και απλά του χαμογέλασε.

Τότε εκείνος, με ένα προσποιητό χαμόγελο, όσο μπορούσε να παράγει η ξινή του μούρη, της απευθύνθηκε:

-      Α, κυρία Άννα, χαίρω πολύ! Σας παρακαλώ, μπορείτε να με τροφοδοτείτε με αυτές τις πολύχρωμες τουρτίτσες που δημιουργείτε; είπε δείχνοντας προς το ψυγείο.

-      Φυσικά, απάντησε με άνεση χαμογελαστή η Άννα. Τις θέλετε με ζάχαρη ή στέβια;

-      Με στέβια, Γιάννη μου, θα είναι λίγο τσιμπημένες, είναι ακριβή η στέβια, το ξέρεις Γιάννη μου φαντάζομαι, είπε σοβαρά και επιτακτικά η Τασία.

-      Εντάξει, εντάξει βρε κορίτσια, είπε εκείνος συγκαταβατικά με το γλοιώδες χαμόγελό του, θα τα βρούμε.

-      Όχι θα τα βρούμε, Γιάννη μου, με στέβια θα πληρώσεις παραπάνω, τόνισε επιτακτικά η Τασία.

-      Κυρία Άννα, πείτε και σεις μια κουβεντούλα, σας παρακαλώ!

-      Φυσικά, κύριε Γιάννη μου, θα κάνουμε το καλύτερο για σας, απάντησε η Άννα χαμογελώντας με νοσταλγία και το χαμόγελο του νικητή, φέρνοντας στην μνήμη της:

κάποτε, εσύ θα με παρακαλάς, αλήτη !!!

Η ζωή της είχε δώσει την απάντηση !!!