ΟΙ ΚΑΛΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ

 

 Γιατί τόση αγωνία, Μαίρη;

 

        Η Μαίρη, μια 30χρονη λογίστρια, θα παντρευόταν τον Δημήτρη, υπεύθυνο αλυσίδας καταστημάτων ηλεκτρικών, σε ένα μήνα. Είχαν δεσμό εδώ και 3 χρόνια. Με καλές αποδοχές και οι δυο τους αποφάσισαν να «προχωρήσουν την ζωή τους».

    Ο Δημήτρης έδειχνε ευχαριστημένος από την επιλογή του αυτή. Φαινόταν ερωτευμένος με την Μαίρη.  

         Η Μαίρη, βέβαια, έτρεφε ανάλογα αισθήματα γι’ αυτόν. Όμως, η Μαίρη δεν ήταν ευχαριστημένη από την ζωή της!

         Όλη την ημέρα την απασχολούσε η δουλειά της. Δούλευε σαν βοηθός λογιστή στο λογιστήριο μιας Ναυτιλιακής Εταιρείας. Διαχειριζόταν πολλά λεφτά, είχε αναλάβει πολλές ευθύνες και, ενώ είχε δικαίωμα υπογραφής, επέλεξε μια δεύτερη θέση και ο λογιστής της εταιρείας την είχε «καπελώσει».

Παρά το καταπιεστικό της περιβάλλον: τα λεφτά μου! φώναζε διαρκώς ο εφοπλιστής, η Μαίρη διατηρούσε την ψυχραιμία της. Προσεκτική, ολιγόλογη, πολύ οργανωτική και κυρίως εχέμυθη, διέθετε εν ολίγοις τα προσόντα του τέλειου λογιστή. Κι όμως, διάλεξε μια βοηθητική θέση να δουλέψει.

Δεν το έκανε όμως. Υποτιμούσε τον εαυτό της. Συχνά, ο νους της πήγαινε στο κακό. Φοβόταν πιθανές μελλοντικές δυσκολίες, ατυχίες. Κι αν συμβεί αυτό; Κι αν κάνω λάθος; Κι αν ο πελάτης δεν με πληρώσει; Κι αν, κι αν; (προκαταβολικό άγχος).

Ο επικείμενος γάμος της, λίγο την απασχολούσε. Ήδη, είχαν περάσει 2 χρόνια στην δουλειά της και η Μαίρη, ενώ έπρεπε να είχε εξοικειωθεί σ’ αυτήν, ήταν διαρκώς «στην πρίζα». Αγνοούσε τον Δημήτρη, έπαιρνε δουλειά στο σπίτι και προσπαθούσε να μην της ξεφύγει τίποτε. Αισθανόταν, όλο και πιο κουρασμένη, έτρωγε λίγο, είχε χάσει βάρος και ήταν σταθερά κακοδιάθετη.

Κοιμόταν αργά και λίγες ώρες, γι’ αυτό και σηκωνόταν κουρασμένη. Είχε υπερένταση, ήταν σχεδόν υπερκινητική και σε ένα ξαφνικό θόρυβο, συχνά τιναζόταν. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα «αρπαζόταν» εύκολα και δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί στη δουλειά της.

Συχνά μονολογούσε στο γραφείο: Δεν μου έφτανε η δουλειά, τώρα έχω και τις προετοιμασίες του γάμου, τι τον ήθελα; Καλά ήμασταν με τον Δημήτρη.

Όσο πλησίαζε η ημερομηνία του γάμου, η Μαίρη ένοιωθε όλο και περισσότερο κουρασμένη. Ιδιαίτερα το απόγευμα, ένοιωθε πόνους σ’ όλο της το σώμα, τα άκρα της ήταν σχεδόν πιασμένα, ένοιωθε τα νεύρα της σαν τεντωμένες χορδές, η πλάτη της πονούσε και συχνά το στομάχι της την ενοχλούσε με λιγούρες και ξινίλες, γι’ αυτό έτρωγε καμιά φρυγανιά, περισσότερη όρεξη δεν είχε.

Μια μέρα, έπρεπε να πάει να συναντήσει έναν πελάτη τους στα γραφεία του στην Κόρινθο. Πήρε τον προαστιακό και κατευθύνθηκε στο ραντεβού της. Ξαφνικά, σε μια στάση του τρένου, επιβιβάστηκε στο βαγόνι της, μια ηλικιωμένη κυρία με μπαστούνι. Η Μαίρη σκέφτηκε προς στιγμήν να της δώσει τη θέση της, αλλά αστραπιαία της ήρθε η σκέψη: Και γω; Εγώ πως θα αντέξω όρθια μέχρι την Κόρινθο; Αδύνατον! Δεν μπορώ!

Στη σκέψη της αυτή θύμωσε, αλλά δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει με ποιον και γιατί. Ένοιωθε όμως να την κατακυριεύει ο θυμός. Σκέφτηκε: Δηλαδή, εγώ, νέα κοπέλα, κατάντησα σαν κι αυτήν την ηλικιωμένη; Και όταν γεράσω; Θα προλάβω να γεράσω; Άρχισε να νοιώθει ζαλάδα και ταχυκαρδία! Το στομάχι της «έγινε κόμπος», ήθελε να κάνει εμετό.

Νοιώθοντας ένα παράξενο συναίσθημα, σαν να είναι κάποια άλλη, σαν «να βγαίνει από τον εαυτό της» (αποπροσωποποίηση), κατέβηκε στην επόμενη στάση, που ήταν στην Κινέττα.

Εκεί, περπάτησε λίγο, βγήκε από τον σταθμό, παίρνοντας μερικές βαθιές ανάσες για να της φύγει «το πλάκωμα από το στήθος». Ένοιωσε καλύτερα. Εκεί στην εξοχή, βρήκε ένα καφενεδάκι και έκατσε. Έκλεισε το κινητό, παρήγγειλε μια πορτοκαλάδα και ξαλαφρωμένη μονολόγησε:

-      Επιτέλους, είμαι ελεύθερη! Τώρα μπορώ να απολαύσω τον χρόνο μου! Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που έλεγε κάτι τέτοιο στον εαυτό της, η πρώτη φορά που το ένοιωθε πραγματικά.

Γιατί βασανίζομαι τόσα χρόνια; Γιατί τόση αγωνία; Γιατί ζω τη ζωή μου με τόσο άγχος; Αυτό σίγουρα πρέπει να το ανακαλύψω (αυτοπαρατήρηση).

Αγναντεύοντας την θάλασσα, πήγε ο νους της στο οικονομικό.

-       Ευτυχώς, έχω μαζέψει κάποια χρήματα, είπε στον εαυτό της (υποσυνείδητα είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τη δουλειά της).

Σηκώθηκε, περπάτησε για κανένα μισάωρο στην εξοχή.

-      Η ζωή είναι ωραία! φώναξε μέσα στην ηρεμία του φθινοπωρινού τοπίου. Τότε, σχεδόν αυτόματα, θυμήθηκε τα λόγια της μάνας της, όταν ήταν έφηβη.

-      Η ζωή είναι δύσκολη! Διάβασε να σπουδάσεις, να βρεις δουλειά, να μπορέσεις να ζήσεις! Πως θα ανοίξεις σπιτικό, ο άντρας θα σε τρέφει; Ντροπή!

Ενώ περπατούσε, μονολογούσε:

-      Να την μάθω ρε μάνα, δίκιο είχες, δύσκολη είναι η ζωή, αλλά, έχω και εγώ τα εφόδια και τα προσόντα μου. Εξάλλου, μονολογούσε θυμωμένη στην ερημιά, γιατί μου έλεγες να σπουδάσω; Δηλαδή, πρέπει να γεράσω πριν την ώρα μου, να τυραννιέμαι από σκέψεις προκαταβολικά αρνητικές, στομαχόπονους, νεύρα, να ανέχομαι έναν ψυχαναγκαστικό μαλάκα στο γραφείο, να παντρευτώ έναν καλό άντρα, που όμως «δεν μου τη δίνει, δεν με φτιάχνει», και όλα αυτά για να  αποφύγω τις κακοτοπιές της ζωής, έ, όχι ρε μάνα, αυτές είναι οι κακοτοπιές της ζωής, αυτά που ζω, αρκετά!

Όσο μονολογούσε στον φανταστικό τσακωμό με την μάνα της, τόσο έφευγε ο θυμός της!

 Αναρωτήθηκε: μήπως υπερβάλω, μήπως ζορίστηκα και θέλω να τα γκρεμίσω όλα; Αλλά, πάλι, και αν τα γκρεμίσω, δεν μπορώ να φτιάξω άλλα καινούργια; Νέα κοπέλα είμαι!

Μπήκε πάλι στον προαστιακό με κατεύθυνση προς την Αθήνα. (Φυσικά, η δουλειά της, όπως και ο πελάτης αποτελούσαν παρελθόν). Και, ενώ το τρένο επέστρεφε στην Αθήνα, η Μαίρη αποφάσισε, μόλις θα έφτανε, να μοιραστεί τις σκέψεις τις με τη φίλη της την Άννα, μια νεαρή δικηγόρο.

Και ενώ σκεφτόταν αυτά, αντί να χαλαρώνει, άρχισε να μην αισθάνεται καλά. Σταδιακά, άρχισε να την κατακυριεύει ένας απροσδιόριστος φόβος. Χλόμιασε, άρχισε να ιδρώνει, η καρδιά της «κόντευε να βγει από το στήθος της», δυσκολευόταν να ανασάνει και με τρεμάμενα πόδια πλησίασε το κλιματιστικό του βαγονιού της, για να πάρει αέρα. Έτρεμε ολόκληρη, ζαλιζόταν και άρχισε να φοβάται, μήπως έπαθε κάτι η καρδιά της. Πεθαίνω, χάνομαι!

Τότε, μια ώριμη κυρία την πλησίασε, της άγγιξε τα παγωμένα χέρια, της χαμογέλασε με κατανόηση και καθησυχαστικά της είπε:

-      Άγχος είναι κορίτσι μου, θα σου περάσει σε λίγο, μια κρίση άγχους είναι, αυτές δεν διαρκούν πολύ! Έλα, πάμε να κάτσουμε μαζί και μη φοβάσαι, άκου που σου λέω, εγώ τα σπούδασα κιόλας, ήμουν διπλωματούχος νοσοκόμα!

Ακούγοντας τη λέξη νοσοκόμα, η Μαίρη πήρε κουράγιο. Τραυλίζοντας, άρχισε να συνέρχεται:

-      Έχετε κάποιον γιατρό να μου συστήσετε;

-      Φυσικά κορίτσι μου, την διαβεβαίωσε η νοσοκόμα, αλλά δεν τον χρειάζεσαι επειγόντως. Πήγαινε καλύτερα να κάνεις ένα τσεκ απ, μόλις φτάσουμε στην Αθήνα και θα δεις που στο τέλος όλοι οι γιατροί θα σου πουν, ότι όλα αυτά που ζεις τώρα είναι ψυχολογικά!

Η Μαίρη δεν την πίστεψε. Μόλις έφτασε στην Αθήνα και με την βοήθεια της Άννας, το ίδιο μεσημέρι έκανε εισαγωγή σε ένα νοσοκομείο και την επομένη μέρα το μεσημέρι τα αποτελέσματα και οι γιατροί κατέληξαν:

-      Κορίτσι μου, χαίρεις άκρας υγείας, όλα αυτά που ένοιωσες στο τρένο είναι ψυχολογικά. Χρειάζεσαι να επισκεφτείς έναν Ψυχίατρο!

Η Άννα την ενθάρρυνε:

-      Πήγαινε, ρε Μαίρη και μη φοβάσαι. Εγώ πηγαίνω σε μια φίλη μου Ψυχίατρο συχνά-πυκνά και μάλιστα της τηλεφωνώ, όποτε «τα βρίσκω ζόρια», ξέρεις τώρα, σπίτι, παιδιά, δουλειά…

-      Άννα, δώσε μου την κάρτα της, θα πάω να μάθω τελικά τι μου συμβαίνει, είπε αποφασιστικά η Μαίρη και έκλεισε ραντεβού.

Μετά δυο μέρες απουσίας, πρώτα πήγε στη δουλειά και ζήτησε άδεια με το χαρτί του νοσοκομείου. Έπειτα, συναντήθηκε με τον Δημήτρη και του ανακοίνωσε, ότι πρώτα θα ξεκαθαρίσει με την Ψυχίατρο τι της συμβαίνει και μετά θα αποφασίσουν για την σχέση τους.

-      Σε Ψυχίατρο; Μόνο οι τρελοί πάνε σε Ψυχίατρο, τρελάθηκες Μαίρη μου;

-      Δεν ξέρω αν τρελάθηκα Δημήτρη μου, αλλά είμαι σίγουρη ότι με εσένα δεν ξετρελάθηκα! Αντίο Δημητράκη και καλή τύχη!

Φτάνοντας στο πατρικό, η μάνα της, άρχισε να την ρωτά με απόγνωση:

-      Τι θα πούμε στον κόσμο, στον Δημήτρη, στους συμπεθέρους; Τρελάθηκες παιδί μου; Θα μείνεις ανύπαντρη; Θα αφήσεις την δουλειά σου; Η ζωή είναι δύσκολη, κοίτα πόση ανεργία υπάρχει! Πως θα ζήσεις, έχεις χρήματα;

-      Μαμά, τώρα, γιατί δεν πιστεύεις σε μένα; Μήπως, δεν πίστεψες ποτέ ειλικρινά, ότι έχεις μια άξια κόρη; Μήπως οι φόβοι σου σε επηρεάζουν και τους αποδίδεις σε μένα; Μαμά, σκέψου, ΕΓΩ δεν είμαι ΕΣΥ! Πάντως, να ξέρεις ότι         σ’ αγαπώ, γιατί τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω την συμπεριφορά σου. (Όσο πιο πολλή η γνώση, τόσο πιο πολλή η αγάπη).

Ο πατέρας της χαμογέλασε συγκαταβατικά και γυρνώντας προς την γυναίκα του:

-      Έλα, Μέλπω, άσε το παιδί, ξέρει τι κάνει! Εμείς πάντως θέλουμε να σε βλέπουμε όσο πιο συχνά μπορείς, κορίτσι μου. Χάραξε τη ζωή σου, όπως εσύ επιθυμείς. 

Η Ψυχίατρος ξεκίνησε με υποστηρικτική ψυχοθεραπεία και σταδιακά άρχισε να χρησιμοποιεί στοιχεία γνωσιακά, συμπεριφορικά και τελικά διαμόρφωσε τις ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες, έτσι ώστε να επικρατεί η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία.

Έτσι, η Μαίρη έμαθε να αναγνωρίζει, να αποδέχεται και να διαχειρίζεται τα συναισθήματά της.

 Η Μαίρη ήταν έξυπνη κοπέλα. Οι συνεδρίες με την Ψυχίατρο, της ήταν ενδιαφέρουσες και ευχάριστες, επιτέλους, ανακάλυπτε τον εαυτό της.

-      Συγχαρητήρια ρε Μαίρη, Η στάση σου απέναντι στη δουλειά, στο Δημήτρη και στους γονείς σου, μου το απέδειξε, της τόνιζε η Ψυχίατρος της.  

Η Μαίρη άρχισε να νοιώθει περήφανη για τον εαυτό της. Η αυτοεκτίμησή της ανέβαινε μέρα με τη μέρα. Στην πορεία της ψυχοθεραπείας, η Μαίρη ανακάλυψε, ότι έπασχε, ήδη από την εφηβεία, από έντονο άγχος, που στην Ψυχιατρική χαρακτηρίζεται ως «γενικευμένη αγχώδης διαταραχή». Η Ψυχίατρος την βοήθησε να καταλάβει, ότι αυτό συνέβη διότι η ίδια φοβόταν να παραδεχθεί τα αρνητικά συναισθήματα (φόβος-θυμός-ντροπή), που της προκαλούσε η οικογένεια, το σχολείο και μετέπειτα η δουλειά της. 

-      Και γιατί δεν παραδεχόμουν τη δυστυχία που βίωνα σ’ όλη την εφηβεία μου, γιατρίνα μου, αναρωτήθηκε η Μαίρη.

-      Δεν παραδεχόσουν τα συναισθήματά σου, δηλαδή τα απαρνιόσουνα, ενώ τα βίωνες, επειδή, δεν γνώριζες πώς να τα διαχειριστείς, δηλαδή πώς να τα ελέγξεις ή να τα ακυρώσεις ή να τα διοχετεύσεις κάπου, έτσι ώστε να απαλλαγείς απ’ αυτά.

Πρέπει να ξέρεις Μαίρη, ότι το παιδί φοβάται να εκφράσει τις αντιρρήσεις του στους γονείς του και ιδίως στην μητέρα, για να μην εγκαταλειφθεί απ’ αυτήν και ταυτόχρονα να μην νοιώσει ενοχές, που στεναχωρεί έναν καλό γονιό.

Όταν ο άνθρωπος είναι ανήλικος, δεν μπορεί να χειραγωγήσει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και την συμπεριφορά του.

Μαίρη, σ’ όλη σου τη ζωή, βρισκόσουν κάτω από την σκέψη μιας απειλητικής κοινωνίας και την αγωνία της επιβίωσης, όταν θα μεγαλώσεις. Έτσι στο πέρασε η οικογένειά σου. Φυσικά, το έλεγαν μέσα στην αγωνία, διότι το πίστευαν. Είχαν και εκείνοι τους ίδιους φόβους. Δεν φαντάζονταν όμως πόσο κακό σου έκαναν στην προσπάθειά τους να σε βοηθήσουν να εξασφαλίσεις ένα καλό μέλλον!

Εσύ, Μαιρούλα μου, ήσουν έξυπνη, συνεργάσιμη, ευσυνείδητη, σαν παιδί, είχες ανάγκη την έγκριση και την στήριξη των γονιών σου και σαν φυσιολογικός άνθρωπος απορρόφησες μαζί με τις συμβουλές τους και όλη την αγωνία τους, γι’ αυτό και ήσουν «στην πρίζα» τόσα χρόνια.

Όταν βγήκες στην αγορά εργασίας, παρά τα προσόντα σου, δεν έκανες όνειρα. Φοβόσουν! Ο ΦΟΒΟΣ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΦΙΛΟΔΟΞΙΕΣ!

Μπροστά στο φόβο της απόρριψης (γονείς-εργοδότης- κοινωνία), δεν τόλμησες ούτε και την σεξουαλικότητά σου να εκφράσεις στον μέλλοντα σύντροφό σου.

Όμως, ο οργανισμός σου είχε ήδη «κλατάρει»! Το άγχος σου, αυτός ο φόβος προς την ζωή, άρχισε να σε αποσυντονίζει στον ύπνο, στην δουλειά, στην διάθεση και στην σωματική υγεία.

Αυτό που έπαθες στο τρένο, στην επιστροφή προς την Αθήνα, εμείς οι Ψυχίατροι ονομάζουμε «κρίση πανικού», δηλαδή μια έντονη κρίση άγχους, σαν μια φυσιολογική αντίδραση μπροστά στην απόφασή σου να εγκαταλείψεις την νοοτροπία της μαμάς σου.

Στιγμιαία ένοιωσες μικρή, αποσπώμενη από την νοοτροπία της μαμάς σου, φοβήθηκες ότι θα πεθάνεις και αυτό ήταν πολύ φυσιολογική αντίδραση, Μαίρη μου. Πρέπει να ξέρεις, ότι για το μικρό παιδί, η απόρριψη ή η εγκατάλειψη από τους γονείς του σημαίνει θάνατο.

Αυτή λοιπόν η κρίση πανικού, που είχες μέσα στον προαστιακό, είναι πολύ συχνή σε αγχώδεις ανθρώπους, όταν νοιώθουν «ξεκρέμαστοι»!

 

Τελικά, χάρη στην αφοσίωση της Ψυχιάτρου και στην αγάπη της Μαίρης προς τον εαυτό της, το άγχος της προς τη ζωή άρχισε σταδιακά να υποχωρεί, μέχρις ότου εξαφανίστηκε!

 

Έτσι, η Μαίρη ενδυναμώθηκε ψυχολογικά, έβαλε στην πράξη τα σχέδιά της για να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες της και αποκατέστησε τις σχέσεις με τους γονείς της, ιδίως με την μητέρα, η οποία τελικά παραδέχθηκε, ότι είναι υπερήφανη που Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΔΙΟΡΘΩΣΕ ΤΑ ΛΑΘΗ ΠΟΥ ΕΚΕΙΝΗ ΕΚΑΝΕ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ!!!

 

Η Ψυχίατρος έκανε δώρο στην Μαίρη ένα βιβλίο.

 

… Μαίρη,

σου εύχομαι ότι καλό, αλλά πάνω απ’ όλα, σου εύχομαι θάρρος, να πιστεύεις στον εαυτό σου και να συνεχίζεις! Γ.Σ.